ἐρυθραῖος

ἐρυθρ-αῖος, α, ον,
A = ἐρυθρός, πόντος, θάλασσα, D.P.597,958, etc.;

κάλαμος Id.1127

.
II of or from Erythrae, Hdt.1.18, etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερυθραίος — ἐρυθραῑος, α, ον (AM) [ερυθρός] 1. ερυθρός 2. αυτός που βρίσκεται στην Ερυθρά Θάλασσα* αρχ. ο καταγόμενος από την πόλη Ερυθρές …   Dictionary of Greek

  • Ἐρυθραῖος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐρυθραῖον — Ἐρυθραῖος masc acc sg Ἐρυθραῖος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐρυθραίων — Ἐρυθραῖος fem gen pl Ἐρυθραῖος masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρυθραίων — ἐρυθραῖος of fem gen pl ἐρυθραῖος of masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐρυθραῖα — Ἐρυθραῖος neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐρυθραῖοι — Ἐρυθραῖος masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρυθραίην — ἐρυθραῖος of fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρυθραίης — ἐρυθραῖος of fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐρυθραίοιο — Ἐρυθραῖος masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρυθραίοιο — ἐρυθραῖος of masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.